μερικό

έκτοτε τα χρώματα έλουζαν τις πένθιμες μου φράτζες
και τα λιτά τους χέρια εβάραιναν την ύστερη ηδονή
παλμός εκ των εσώτερων γυμνών ερήμων τόπων
της μοναξιάς ευαίσθητοι και παγεροί κρατήρες 

ξαπλωναμε στα αγκαθωτά κρεβάτια της μανίας
μας έβρισκε ενα πρωινο ξένο και ταπεινο
κι όταν εγω σου χόρευα συμπαντικά βαλσάκια
εσύ σε μια γωνιά σκεφτόσουν το φευγιό

πατήσαμε στο πτώμα της λέγωντας το ονομά της
και στα μαλλιά της πλέξαμε κόμπους βασιλικούς
δυο μαγνητάκια άγουρα που τα χορεύει ο χρόνος
άγαπη τι μου έκανες της γύμνιας μου κυρά

σου τραγουδώ παράφορα σου τραγουδώ με πείσμα
στη τέφρα των ονείρων μας στη πέτρα της σπηλιας
χαράζω ένα όνομα και το αίμα μου το σβήνει
ας ήταν να ξημέρωνα  αγνή ψυχή στο κύμα
ας ήταν να ξημέρωνα πλεόυμενο αστέρι
ας ήταν να σε φίλαγα σε μια φωτογραφία ακόμη

ντουκντάμε ανάποδο

η διοίκηση δεν θα μπορέσει να παρευρεθεί στα εγκαίνια του πολέμου

αλλά ευτυχώς είναι ανοιχτά για το κοινό

και θα υπάρχουν πολλές εκπλήξεις και δώρα

iphone και 10 χρονα αγοράκια

υπάρχει online το συμφωνητικό για την είσοδο στα εγκαινία

δεχτείτε τους όρους

αναφέρονται κυρίως στην κατανάλωση και την ακύρωση βασικών δικαιωμάτων

καθημερινά τετριμμένα ζητήματα για τον μέσο άνθρωπο

ελάτε όλοι

ντουκντάμε 

ενηλικίωση απώλεια





 


τα εξοχικά σου μάτια, μια συνταγή από πυρακτωμένες πέτρες του αυγούστου, και αγκάθια από μυστικά μονοπάτια
εκεί που δεν περπάτησα εγώ μαζί σου
εγώ κρατούσα το χέρι του χειμώνα
το καλοκαίρι το χάριζες στους περαστικούς
στα ονειρά μου δηλητήριο της άνοιξης
εποχές και χρόνια στο μέτωπο σου που φιλω πριν κοιμηθώ

να γαμηθούνε οι πεζοί

πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που πέταξα στον ύπνο μου

καταρεμένοι τεχνοκράτες σταματήστε να μου ρουφάτε το αίμα

επιθυμώ να πετάξω στα όνειρά μου

από κανάρα σε κανάρα να πετάω

αυτό είναι άλλο

δεν πιάνει πια

άλματα και όνειρα

και αντε γαμηθείτε πεζοί

θυμάμαι τα πάντα

όλες μου οι πράξεις

κι ο αντίκτυπος τους

ηχώ εσωτερική

ο δικός μου ρυθμός

η συχνότητα του γέλιου και του κλάματος μου

είμαι ένα δέντρο και συνάμα ένας χορευτής

πέτρα κι αερικό

πλανεμένος και μάγος

με όλη τη θέληση που απέκρυψα από τον κόσμο

έχω υπάρξει πληγή και μαχαίρι

κοίταξε μέσα στα μάτια μου

θα πνιγείς μαζί μου


ο φόβος μου

ο φόβος με τη νυχτικιά του τριγυρναει στο σκοτεινό σαλόνι
ψάχνει το έπιπλο να κρατηθεί
ψάχνει με την παλάμη του την  επιφάνεια να στηριχθεί
ο φόβος ξύπνησε μέσα στο σκοτάδι
έντρομος

ακόμα το όνειρο σέρνεται στα πόδια του
ακόμα το κρύο ρέει καβάλα στο αίμα του
μια εγγραφή που αρνείται να σβηστεί
ουλή βαθειά συγγενική στο κόκκαλο

ο φόβος είναι πατρικός
μυρίζει το μπαρούτι του εφιάλτη 
από τον ιδρώτα του μεσημεριανού ύπνου
ως τις άυπνες ματιές του ταβανιού
άσκοπο ρολόι

ταξιδεύει αέναα εισχωρεί
ένα θηρίο που λατρεύει τον ύπνο
και τα ουρλιαχτά
διττός καθρέφτης
το σφίξιμο είναι η αγάπη του

μονάχα εξορίζεται από τον χορό
τον τρομάζει γιατί του θυμίζει τη μάνα

τα μάτια μου είναι ακόμα στη θέση τους

 οι λέξεις γέφυρες πάνω από ποτάμια

ποτάμια πάνω από ψάρια

ψάρια πάνω στα μαλλιά

μαλλιά στο σβέρκο 

σβέρκο αμήχανο

συγκρατεί

ένα κεφάλι

κάποιοι βλέπουν μονάχα ένα πρόσωπο

εγώ βλέπω τις σκέψεις σου

γιατί το κενό αντηχεί μέχρι εδώ

βροντές στο σβέρκο στα ψάρια τα ποτάμια

μα δεν υπάρχουν πια γέφυρες

οι λέξεις χαιρετούνε όχθη με όχθη

και πίνουν το ίδιο νερό

αλλά όχι τα ίδια χείλη

μερικό

έκτοτε τα χρώματα έλουζαν τις πένθιμες μου φράτζες και τα λιτά τους χέρια εβάραιναν την ύστερη ηδονή παλμός εκ των εσώτερων γυμνών ερήμων τό...